μπρού(ν)τζινος

μπρού(ν)τζινος
η , ο бронзовый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "μπρού(ν)τζινος" в других словарях:

  • μπρού(ν)τζινος — η, ο [μπρούντζος] 1. κατασκευασμένος από μπρούντζο, ορειχάλκινος 2. αυτός που έχει το χρώμα τού μπρούντζου, τού ορειχάλκου 3. μτφ. (για πρόσ.) α) επίμονος, σκληροτράχηλος, ξεροκέφαλος β) νωθρός στη σκέψη, ανόητος, βλάκας …   Dictionary of Greek

  • προύντζινος — η, ο, Ν βλ. μπρού(ν)τζινος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»